Ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας των ΗΠΑ – Ποια είναι τα σχέδιά του

HomeΠΡΟΣΩΠΑ

Ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας των ΗΠΑ – Ποια είναι τα σχέδιά του

Ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη διαθέτει πάνω από 1 εκατ. στρέμματα γης σε συνολικά 19 πολιτείες

ινείται εδώ και 25 χρόνια αθόρυβα, υπογειακά, σχεδόν… παρασκηνιακά. Αλλά, πάλι, ο Μπιλ Γκέιτς αυτό έκανε πάντα: πρώτα έφτανε στον στόχο του και μετά τον ανακοίνωνε στην υπόλοιπη υφήλιο.

Και μπορεί να μην είναι πλέον ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο (συγκεκριμένα, είναι ο τρίτος, πίσω από τον Τζεφ Μπέζος και τον Ελον Μασκ), αλλά πλέον είναι ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της Αμερικής, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Land Report.

Βέβαια, ο Μπιλ Γκέιτς δεν ήταν ποτέ αγρότης. Και όμως, ο ιδρυτής της Microsoft, μετά την αποχώρησή του από τον τεχνολογικό κολοσσό, όταν χτύπησε η πανδημία, ασχολείται ενεργά με την απόκτηση γης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των ΗΠΑ. Και πριν μερικές εβδομάδες, το αμερικανικό περιοδικό The Land Report, που παρουσιάζει κάθε χρόνο έναν κατάλογο με τους 100 μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της χώρας, τον ονόμασε «Farmer Bill» (Αγρότη Μπιλ).

Ο δισεκατομμυριούχος – η περιουσία του οποίου, σύμφωνα με το Forbes, ανέρχεται σε 121 δισ. δολάρια – έχει πλέον στην κατοχή του ένα τεράστιο αριθμό γεωργικών εκτάσεων που εκτείνεται σε 19 πολιτείες. Η συνολική έκταση που κατέχει είναι 269.000 έικρ (acres) ή 1.077.000 στρέμματα.

Πώς όμως ξεκίνησε η ενασχόληση του Γκέιτς με την… γεωργία; Το 1995, επιθυμώντας να αξιοποιήσει τον τεράστιο πλούτο που ήδη κατείχε ως ιδρυτής και ιδιοκτήτης της Microsoft, προσέλαβε έναν διαχειριστή κεφαλαίων, ονόματι Μάικλ Λάρσον, ο οποίος ίδρυσε την Cascade Investment και άρχισε να αγοράζει για λογαριασμό του τεράστιες αγροτικές εκτάσεις.

Μέχρι το 2015, υπό την καθοδήγηση του Λάρσον, ο Γκέιτς αγόρασε περισσότερα από 450.000 στρέμματα ανά τις ΗΠΑ. Μεταξύ 2017-2018, δαπάνησε περισσότερα από μισό δισεκατομμύριο δολάρια και αγόρασε άλλα 400.000 στρέμματα. Και μεταξύ 2019-2020, αγόρασε άλλα 227.000 στρέμματα για σχεδόν 170 εκατομμύρια δολάρια.

Σύνολο 1.077.000 στρέμματα απλωμένα σε 19 πολιτείες.

Οι μεγαλύτερες εκτάσεις του βρίσκονται στη Λουιζιάνα (280.000 στρέμματα), στο Άρκανσο (194.000 στρέμματα) και στη Νεμπράσκα (83.000 στρέμματα). Επιπλέον, κατέχει περίπου 104.000 στρέμματα γης που βρίσκονται σε φάση αλλαγής χρήσης στη δυτική πλευρά του Φοίνιξ της Αριζόνα, όπου αναπτύσσεται ένα νέο προάστιο.

Κλιματική αλλαγή ή κάτι άλλο;

Όσον αφορά τους λόγους που ο Γκέιτς στρέφει το ενδιαφέρον του στην απόκτηση γης, αυτοί παραμένουν ομιχλώδεις μέχρι στιγμής και γι’ αυτό ευθύνεται και ο ίδιος ο 65χρονος Κροίσος. Πριν από ένα μήνα, απαντώντας σε ερωτήσεις αγνώστων στο Reddit, όταν κάποιος τον ρώτησε: «Μπιλ, πες μας, γιατί αγοράζεις τόση γη;», εκείνος απάντησε: «Γιατί αυτό επέλεξε να κάνει η επενδυτική μου ομάδα. Δεν σχετίζεται με το κλίμα», υπονοώντας πως κίνητρό του είναι κυρίως το κέρδος.

Λίγο μετά όμως, και με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο «How to Avoid a Climate Disaster» (Πώς να αποφύγουμε μία κλιματική καταστροφή) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, παραδέχτηκε ότι στην πραγματικότητα αγοράζει γη επειδή ανησυχεί ιδιαίτερα για το μέλλον του πλανήτη μας.

«Ο γεωργικός τομέας είναι σημαντικός. Με πιο παραγωγικούς σπόρους μπορούμε να αποτρέψουμε την αποψίλωση των δασών και να συνδράμουμε την Αφρική να διαχειριστεί τις κλιματικές δυσκολίες που ήδη αντιμετωπίζει», έγραψε. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εξήγησε επίσης πως «νερό έχουμε πολύ, το πρόβλημα είναι ότι είναι δαπανηρή η αφαλάτωση και η μεταφορά του όπου χρειάζεται. Το κόστος είναι απαγορευτικό για τη γεωργία. Νέοι σπόροι μπορούν να περιορίσουν τη χρήση νερού αλλά σε κάποιες περιοχές η καλλιέργεια θα είναι περιορισμένη», είπε ο ίδιος.

H εμπλοκή του Γκέιτς με την απόκτηση γης ίσως μπορεί να γίνει κατανοητή με δραστηριότητες σχετικές με το «Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς». Το 2008, το ίδρυμα ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα επιχορηγήσεων ύψους 300 εκατ. δολαρίων για την προώθηση της βιώσιμων καλλιεργειών υψηλής απόδοσης σε αγρότες μικρών εκτάσεων στην υποσαχάρια Αφρική και τη Νότια Ασία.

Το ίδρυμα έχει επενδύσει επίσης στην ανάπτυξη και την προώθηση «σούπερ καλλιεργειών», ανθεκτικών στην κλιματική αλλαγή, και σε αγελάδες υψηλότερης απόδοσης γάλακτος. Το 2020, το Ίδρυμα προχώρησε στη δημιουργία του Gates Ag One, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που έχει στόχο την προώθηση αυτών των πρωτοβουλιών.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά σε εκτενές του δημοσίευμα το Forbes, «εξακολουθεί να μην είναι απολύτως σαφές το πώς αξιοποιεί ο Γκέιτς τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις που έχει στην κατοχή του. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι οι εκτάσεις θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με τρόπο που να ευθυγραμμίζεται με τις αξίες του Ιδρύματος Γκέιτς. Η Cottonwood Ag Management, θυγατρική της Cascade, είναι μέλος του Leading Harvest, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που προωθεί βιώσιμα γεωργικά πρότυπα που δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των καλλιεργειών, του εδάφους και των υδάτινων πόρων».

Ένα συμπέρασμα που εξάγεται πάντως, είναι ότι ο Γκέιτς αγοράζει γεωργικές εκτάσεις για μεγάλα ερευνητικά προγράμματα που αποβλέπουν στο να καταστεί βιώσιμη και πιο παραγωγική η γεωργία. Και πράγματι, εδώ και καιρό έχουν τραβήξει την προσοχή του οι εταιρείες παραγωγής «συνθετικού κρέατος», που προσφέρουν μια εναλλακτική στη μαζική εκτροφή ζώων, που αποτελούν βασική πηγή αερίων του θερμοκηπίου και οι οποίες αποβλέπουν στην στην αντιγραφή της γεύσης και της δομής του κρέατος με την αντικατάσταση π.χ. των πρωτεϊνικών κυττάρων μιας μπριζόλας με φυτικά κύτταρα, ή με την εργαστηριακή καλλιέργεια πρωτεϊνικών κυττάρων.

«Αν τα κίνητρα του Γκέιτς είναι να βγάλει χρήμα, αλλά την ίδια στιγμή και η ίδια η πρόοδος ή η βιωσιμότητα του πλανήτη μας, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό;», αναρωτιέται η βρετανική εφημερίδα Telegraph;

Τι λένε οι επικριτές του;

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ο Γκέιτς κατέχει «υπερβολική δύναμη» αναφορικά με την γεωργία και το μόνο που τον νοιάζει είναι να πλουτίσει και άλλο, και όχι να βοηθήσει τον πλανήτη. Ισχυρίζονται επίσης ότι η αγορά γης από δισεκατομμυριούχους σαν και αυτόν επιταχύνει την βιομηχανοποίηση της γεωργίας στερώντας από τους μικροκτηματίες από τη δυνατότητα να βγάζουν τα προς το ζην από την καλλιέργεια της γης.

Σε άρθρο του προ ημερών στον Guardian ο αυτόχθων Αμερικανός, μέλος της φυλής των Σιου και ακαδημαϊκός, Νικ Έστες, υποστήριξε ότι η «μονοπωλιακή» αυτή πρακτική στερεί την πρόσβαση σε γη στους μέσους πολίτες. «Η γη στην οποία ζούμε δεν πρέπει να αποτελεί ιδιοκτησία των ολίγων. Η εκτεταμένη φοροαποφυγή αυτών των τιτάνων της βιομηχανίας θα υπερβαίνει πάντα κατά πολύ τις υποτιθέμενες δωρεές τους στο κοινό. Η νοοτροπία του “ο δισεκατομμυριούχος γνωρίζει καλύτερα” εκτρέπει την προσοχή από τις βαθιά ριζωμένες πραγματικότητες της αποικιοκρατίας και της θεωρίας της ανωτερότητας της λευκής φυλής και αγνοεί εκείνους που γνωρίζουν στην πράξη καλύτερα πώς να χρησιμοποιούν τη γη και να ζουν απ’ αυτή», καταλήγει με νόημα ο Έστες.