Μια αναδρομή στις ρίζες μας, 2ο μέρος Ηπειρώτες

Η Ήπειρος  μια περιοχή της Ελλάδας που κατοικήθηκε από τους παλαιολιθικούς χρόνους. Κατά την Ελληνική μυθολογία πρώτος βασιλιάς της Ηπείρου ήταν κάποιος ονομαζόμενος Φαέθων (όχι ο Απόλλων). Άλλοι υποστηρίζουν ότι βασίλευσε στην Ήπειρο ο Δευκαλίων και η Πύρρα. Κατά αρχαίους Έλληνες συγγραφείς βασιλιάς της Ηπείρου ήταν ο Αηδονεύς.
Κατά τον Παυσανία, μετά την πτώση της Τροίας, πρώτος κατέβηκε στην Ήπειρο ο Πύρρος, γιος του Αχιλλέα. Λεγόταν Πύρρος γιατί ήταν πυρρότριχος, ξανθομάλλης. Αργότερα ονομάστηκε Νεοπτόλεμος (πήγε νέος στον πόλεμο). Με τη γυναίκα του
την Ανδρομάχη (γυναίκα του Έκτορα) γέννησε τον Μολοσσό.
Ένας από τους μυθικούς βασιλιάδες της Ηπείρου είναι ο Πελασγός. Γιος του Δία και της Νιόβης ο Πελασγός, βασιλιάς της Αρκαδίας, έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την Ελλάδα, όπως βεβαιώνει ο Ηρόδοτος (Ηρόδοτος, Β 54-57): «της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης».

Από τα δεκατέσσερα Ηπειρωτικά φύλα που κατοίκησαν την Ήπειρο, τα σημαντικότερα ήσαν οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες και οι Μολοσσοί. Οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες υπήρξαν οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Ηπείρου. Οι Μολοσσοί ή Πυρριάδες, προέρχονται από τον Μολοσσό, γιο του Πύρρου ή Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης, που ήρθε και εγκαταστάθηκε κοντά στη Δωδώνη, στην περιοχή που την ονόμασαν οι ίδιοι Μολοσσία. Η Θεσπρωτία ήταν το κομμάτι μεταξύ των ποταμών Θύαμη (Καλαμά) και Αχέροντα και κατοικούνταν από Αρκάδες Πελασγούς, οι οποίοι στη Θεσπρωτία είχαν ιδρύσει πολλές πόλεις. Στη Θεσπρωτία βρισκόταν η Δωδώνη, η Φηγός (ιερή βελανιδιά), το Νεκρομαντείο, ο ποταμός Αχέροντας που οδηγούσε στην Αχερουσία λίμνη.

Το πίσω μέρος των βουνών της Κορυτσάς. Πηγή: www.lifo.gr

Ο Αριστοτέλης (4ος π.Χ. αι.) γράφει ότι ο κατακλυσμός έλαβε χώρα γύρω από την Δωδώνη, που την κατοικούσαν οι Σελλοί, οι οποίοι «τότε ονομάζονταν Γραικοί και τώρα Έλληνες. Η χώρα αυτή κατά τον Στράβωνα χαρακτηρίζεται «τραχεία και Εύανδρος».
Το πανάρχαιο Μαντείο της Δωδώνης ιδρύθηκε κατά πολλούς αρχαίους συγγραφείς πριν από τον κατακλυσμό και κατ’ άλλους μετά από τον κατακλυσμό. Ο Ησίοδος γράφει επίσης για την ιερή βελανιδιά, τη Φηγό, το ιερό δένδρο που το θεωρούσαν ως κατοικία του Δία και της Διώνης. Με το θρόισμα των φύλλων της Φηγού και το λάλημα των περιστεριών που φώλιαζαν στα κλαδιά της, έδινε τις θελήσεις του Δία, τις οποίες οι υποφήτες (προφήτες) ιερείς της Δωδώνης ερμήνευαν και παραχωρούσαν τους χρησμούς για πολλούς αιώνες στους προσερχόμενους πιστούς.
Την αρχαιότερη μαρτυρία για το μαντείο της Δωδώνης μας δίνει ο Όμηρος, που παρουσιάζει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δία τον Πελασγικό να βοηθήσει τον φίλο του τον Πάτροκλο: «Ζεύ, άναξ Δωδωναίε, Πελασγικέ, τηλόθι ναίων Δωδώνης μηδέων δυσχειμέρου, αμφί δε Σελλοί σοι ναίουσ’ υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι», δηλαδή: Δία, βασιλιά, Πελασγικέ, που κυβερνάς από μακριά τη Δωδώνη την κακοχείμωνη και γύρω κατοικούν οι Σελλοί, οι ερμηνευτές σου, αυτοί που δεν πλένουν τα πόδια τους και κοιμούνται καταγής.

Οι Έλληνες πήραν το όνομά τους από τους Σελλούς που κατοικούσαν στη Δωδώνη και έδινε στο μαντείο τους ιερείς. Μια άλλη εκδοχή θέλει τους Σελλούς να είναι ιερείς του μαντείου. Από την ονομασία Σελλοί ή Ελλοί προήλθε η ονομασία Έλληνες, η οποία υιοθετήθηκε από ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, ενώ το όνομα Γραικός εξαφανίστηκε γρήγορα. Παρέμεινε μονάχα στις ακτές του Ιονίου και από εκεί μεταβιβάστηκε στους Ρωμαίους και από αυτούς στους Ευρωπαίους.
Οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες και οι Μολοσσοί αργότερα συνενώθηκαν σε ένα βασίλειο υπό τον βασιλέα των Μολοσσών Θαρύπα. Ο Θαρύπας είχε εκπαιδευτεί στην Αθήνα και ήταν αυτός που διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό στην Ήπειρο. Τα τρία αυτά Ηπειρωτικά φύλα μαζί με τους Κασσωπαίους γειτόνευαν με τους Ιλλυριούς (Αλβανούς) και είχαν φιλικές σχέσεις. Ήταν όμως και οι πρώτοι που αντιμετώπιζαν την εχθρότητά τους.
Μετά τον θάνατο του Πύρρου σχηματίστηκε η Ηπειρωτική Συμμαχία, μια συνομοσπονδία που συνένωσε όλα τα Ηπειρωτικά φύλα. Αντίπαλοι της Συμμαχίας ήταν οι Ιλλυριοί (Αλβανοί).

Πικ νικ στη Φούρκα Ιωαννίνων, 1920-1930. Πηγή: www.lifo.gr

Η Ήπειρος γενικά άσκησε σημαντικές επιδράσεις στη νότια Αλβανία, σε σημείο που πολλοί συγγραφείς να μιλούν ότι οι Τόσκηδες δεν παρουσιάζουν καμιά διαφορά από τους Έλληνες. Οι σημερινοί Αλβανοί προσπαθούν να αποδείξουν ότι τα ηπειρωτικά αυτά φύλα ήταν Αλβανοί. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα. Οι Μολοσσοί γίνονταν δεκτοί στους μεγάλους αθλητικούς αγώνες των Ελλήνων, στους οποίους λάμβαναν μέρος αποκλειστικά Έλληνες. Στους αγώνες αυτούς ποτέ δεν προσκλήθηκαν Ιλλυριοί (Αλβανοί).
Την ελληνικότητα της ηπειρωτικής χώρας τη διαλαλούν τα ερείπια που είναι σπαρμένα παντού και τα οποία σε τίποτε δεν διαφέρουν από τις άλλες ελληνικές πόλεις της κυρίως Ελλάδας. Στον πόλεμο των Λακεδεμονίων κατά των Αθηναίων οι Ηπειρώτες συμμάχησαν με τους Λακεδαιμονίους και πολέμησαν κατά των Αθηναίων.
Πολλοί συγγραφείς αποδίδουν τη λέξη «βάρβαροι» στην πολιτιστική βαθμίδα και στην ιδιάζουσα κατάσταση των Ηπειρωτών. Κατά την αρχαιότητα η Ήπειρος προς βορρά έφτανε ως τα Ακροκεραύνια και τον Κόλπο του Αυλώνα. Η Εγνατία οδός είχε κατάληξη το Δυρράχιο (αρχ. Επίδαμνο) και αποτελούσε τα όρια μεταξύ Ελλήνων και Ιλλυριών, όπως γράφει ο Στράβων και το επιβεβαιώνει ο Προκόπιος.
Ο Gvon Hahn, Αλβανολόγος, φίλος των Αλβανών, δεν κρύβει και τον ενθουσιασμό του για τους Έλληνες. Γράφει για το Πωγώνι: «Ο τόπος είναι περίφημος για την ωραιότητα των γυναικών του. Εδώ βρήκα πράγματι πολλούς γνήσιους ελληνικούς τύπους. Δύο κεφαλές μου έκαναν εντύπωση ζωντανεμένων αγαλμάτων. Και στα ελληνικα χωριά της Δρόπολης Αργυροκάστρου με εξέπληξαν μερικές φορές η ελληνική κατατομή των κρανίων και των χαρακτηριστικών του προσώπου» (Ευαγγελίδης Δημ., Η Βόρειος Ήπειρος, 1919, σ.74).
Ο Κοσμάς ο Θεσπρωτός (1780-1852) γράφει ότι στην Ήπειρο βρίσκονταν πολλές αρχαιοελληνικές αποικίες, που είχαν βασιλιάδες και ελληνικούς νόμους και γι’ αυτό οι Ηπειρώτες ήταν περισσότερο πολιτισμένοι παρά οι Ιλλυριοί. Κατά την εποχή του χαλκού η Ήπειρος αποτέλεσε την κοιτίδα των περισσότερων ελληνικών φύλων. Ο γεωγράφος του 2ου αιώνα. μ.Χ. Κλαύδιος Πτολεμαίος, χαρακτηρίζει την Ήπειρο ως «Αρχέγονο Ελλάδα». Το όνομα Ήπειρος ( ή Άπειρος ) σημαίνει «στεριά»

  • Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας Παύλου Βρέλλη                                                                                                                                                                 Χάονες: ήταν ένα από τα αρχαία ελληνικά φύλα [1][2] που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Αρχαίας Ηπείρου, και συγκεκριμένα στα βορειοδυτικά της. Υποστηρίζεται ότι η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου είναι απόγονοι των αρχαίων Χαόνων. Γεωγραφικά, η Χαονία εκτεινόταν στη σημερινή νοτιοδυτική Αλβανία, φραγμένη από τα βόρεια και βορειοανατολικά από τα Κεραύνια όρη, και επίσης περιελάμβανε το βόρειο κομμάτι του νομού Θεσπρωτίας (με νότιο σύνορο τον ποταμό Καλαμά/Θυάμη), και περιλαμβάνει τις παράκτιες περιοχές ΩρικούΧειμάρρας, Ογχησμού (σύγχρονων Αγίων Σαράντα) και Βουθρωτού στην Αδριατική θάλασσα και στο Ιόνιο πέλαγος. Πρωτεύουσα της Χαονίας ήταν η Φοινίκη (σύγχρονη Finiq), πρωτεύουσα αργότερα του Κοινού των Ηπειρωτών. Στην ηπειρωτική ενδοχώρα οι Δέξαροι (ή Δασσαρέται) που κατοικούσαν στο όρος Άμυρον (σημ. Τομόρι) και εκτείνονταν ως το νότιο πέρας της λίμνης Λιχνήτιδος (σημ. Αχρίδα), ήταν η βορειότερη από τις φυλές της ομάδας των Χαόνων. Κατά την περίοδο αυτή της ακμής τους οι Χάονες κατείχαν ασφαλώς την πεδιάδα της Κορυτσάς. Δεδομένου ότι ο τύμβος ΙΙ στη θέση Κούτσι, κοντά στην Κορυτσά, περιείχε ταφές νέων ηγεμόνων της περιόδου 650-500 π.Χ. περίπου, η αρχή της επεκτάσεως των Χαόνων μπορεί να χρονολογηθεί στις αρχές του 7ου αι. π.Χ.[3] Η εξουσία της ομάδας των Χαόνων μπορεί να εκτεινόταν εκείνο το διάστημα και επί των Μολοσσών. Μαζί με τα φύλα των Μολοσσών και των Θεσπρωτών αποτελούσαν τις τρεις κύριες φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο την Αρχαία εποχή. Οι Χάονες υπήρξαν το πιο βόρειο ελληνικό φύλο στην περιοχή και συνόρευαν με ιλλυρικά φύλα. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο[4] οι Χάονες υπήρξαν απόγονοι του επώνυμου γενάρχη τους Χάονα (Αρχ.: Χάων). Κατά τον 5ο π.χ. αιώνα, κατακτήθηκαν από τους Θεσπρωτούς και τους Μολοσσούς. Ο Χάονες αποτελούσαν μέρος του Κοινού των Ηπειρωτών ως το 170 π.Χ., όταν υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους.

Μολοσσοί: Οι Ηπειρώτες βασιλείς θεωρούσαν ότι κατάγονται από τον Αιακό και τον εγγονό του Αχιλλέα. Σύμφωνα με την τοπική τους παράδοση, από τον υιό του τελευταίου Πύρρο ( Νεοπτόλεμο ), γεννήθηκε ο Μολοσσός, γενάρχης των Μολοσσών. Τον 5ο αιώνα, οι βασιλείς Άδμητος και Θαρύπας κατέστησαν τους Μολοσσούς κυρίαρχη φυλή, ενώνοντας υπό αυτήν όλα τα ηπειρώτικα φύλα. Θεωρείται δε ότι έκτοτε μόνον οι Μολοσσοί είχαν βασιλεία, ενώ οι υπόλοιπες φυλές είχαν «Προστάτας Επετησίους». Από την φυλή των Μολοσσών καταγόταν η Μυρτάλη, η οποία αργότερα επονομάστηκε Ολυμπιάδα και ενυμφεύθη τον βασιλέα των Μακεδόνων Φίλιππο. Στις αρχές του 4ου π.Χ. αι. οι Μολοσσοί προσαρτούν την Δωδώνη, την Κασσωπαία και γενικά ολόκληρη την ανατολική Θεσπρωτία, περιορίζοντας την εδαφική επικράτεια των Θεσπρωτών, οι οποίοι αν και επεκτάθηκαν στην Νότια Κεστρίνη, δεν είναι σε θέση να συναγωνιστούν τους Μολοσσούς και, πιθανότατα, υποχρεώνονται να προσχωρήσουν στο Κοινό των Μολοσσών ή στην Συμμαχία των Ηπειρωτών που συστήνεται το 333/323 π.Χ από τους Μολοσσούς και τους Θεσπρωτούς. Στην πρωτεύουσα των Μολοσσών γίνονταν μια ετήσια τελετή κατά την οποία ο βασιλιάς έκανε θυσία στον Άρειο Δία και μετά άλλαζε δώρα και όρκους με εκπρόσωπους του λαού. Ο βασιλιάς ορκίζονταν ότι θα κυβερνήσει με βάση τους νόμους και οι αντιπρόσωποι του λαού ότι θα σεβαστούν τα προνόμιά του. Ο Πύρρος μετέτρεψε τους Μολοσσούς σε πυκνή φάλαγγα πεζικού που εμάχετο με σάρισσες  Η λατρεία του Διός επικεντρωμένη γύρω από τους Σελλούς της Δωδώνης και η εμφάνιση του κεραυνού στα νομίσματα των Μολοσσών παρέχει την ένδειξη ότι ίσως αυτό αποτελούσε και το έμβλημα της μονάδος. 

   Θεσπρωτοί: H Θεσπρωτία αποτέλεσε το προγεφύρωμα της Ελλάδας προς την Ιταλία, και αντίστροφα. «Πρόκειται της Ελλάδος προς την Ιταλία» κατά τον Πολύβιο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο οι Θεσπρωτοί είναι απόγονοι των του Δευκαλίωνα και της Πύρρας απ΄τους οποίους γεννήθηκε ο Έλλην ο γενάρχης των Ελλήνων. Από τη Θεσπρωτία οι Έλληνες μετοίκησαν στη Θεσσαλία, στη Φθία και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο μέχρι και τα τέλη του 5ου π.Χ. αι. η οργάνωση των θεσπρωτικών φύλων παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τον τρόπο λειτουργίας των πόλεων –κρατών της νότιας Ελλάδας. Οι Θεσπρωτοί, λαός κτηνοτροφικός, αποκομμένοι στην ορεινή Ήπειρο διατήρησαν την αρχέγονη μορφή του πολιτισμού τους και τον νομαδικό τρόπο ζωής τους. Οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Ψευδο-Σκύλακας και ο Ψευδο-Σκύμνος, αναφέρουν ότι μέχρι τα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου π.Χ. αι. οι Θεσπρωτοί, όπως και τα άλλα ηπειρωτικά φύλλα ζούσαν «κατά κώμας». Οι ημιμόνιμοι κτηνοτροφικοί οικισμοί αποτελούνταν από λίγες καλύβες σε λοφώδεις περιοχές κοντά σε πηγές, ενώ οι μόνιμοι, γεωργοκτηνοτροφικοί ατείχιστοι οικισμοί ήταν χτισμένοι σε φυσικά εξάρματα ή γήλοφους στις πεδιάδες. Γύρω στο 350 π.X. χτίστηκαν οι πρώτες οχυρωμένες ακροπόλεις και τα χωριά άρχισαν να συνενώνονται σε πόλεις. Τα τείχη εξακολουθούν να κατασκευάζονται κατά τον πολυγωνικό τρόπο δόμησης. Αλλά η οργάνωση των πόλεων -επηρεασμένη από την Απολλωνία, την Αμβρακία και τις άλλες πόλεις των αποίκων- γίνεται πλέον κατά το ιπποδάμειο σύστημα. Επικεφαλής του κοινού των Θεσπρωτών  ήταν ένας ετήσιος επώνυμος άρχοντας, ο προστάτης. Η ετήσια αρχή των «προστατών», που θεωρείται ίδια με αυτή των εφόρων της Σπάρτης και ήταν αντίβαρο στην ισχύ των Μολοσσών. Ο βασιλιάς Θαρύπας ίσως οργάνωσε τις πρώτες μονάδες Θεσπρωτικού βαρέως πεζικού και ο Αλέξανδρος των Μολοσσών τις χρησιμοποίησε με επιτυχία στην Ιταλία. Ο Πύρρος εισήγαγε και σε αυτούς την σάρισσα. Όπως  και στην περίπτωση των Μακεδόνων ήταν μια φτηνή λύση καθώς μόνο οι πρώτες γραμμές έχριζαν θωράκισης.

Μακεδόνες: Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφεί οι Μακεδόνες θαύμαζαν αρχικά τον Πύρρο λόγω της οικογενειακής του συγγένειας με τον Αλέξανδρο και της γενναιότηττας του στη μάχη. Μόνο η απρόσεκτη πολιτική του τους απομάκρυνε τελικά από αυτόν. Την πρώτη του περίοδο σαν βασιλιάς της Μακεδονίας κατάφερε να αποσπάσει από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή του επίλεκτους σαρισσοφόρους της τάξης των Λευκάσπιδων. Όλοι τους σκληροί βετεράνοι των «πολέμων των Διαδόχων» προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στην Ιταλική εκστρατεία και μάλλον αποδεκατίστηκαν από τις συνεχείς μάχες. Ο Πύρρος κατάφερε επίσης να αποσπάσει και πολύτιμο ιππικό από Μακεδόνες εταίρους και Θεσσαλούς ιππείς. Καθώς η Ηπειρώτες δεν είχαν αναπτύξει αξιόλογο ιππικό, η εισαγωγή αυτών των ανδρών στο στρατό του Πύρρου έλυσε πολλά προβλήματα. Οι επελάσεις αυτών των ιππέων γύριζαν την τροπή της μάχης  ή αποσόβησαν μεγαλύτερες ζημιές όπως στο Μπενεβέντο που εμπόδισαν την Ρωμαϊκή καταδίωξη. Οι ιππείς αυτοί συγκροτήθηκαν σε μία μονάδα υπό την άμεση διοίκηση του Πύρρου που απεκλήθει «Βασιλικό άγημα».  Οι άντρες αποκαλούσαν τον Πύρρο αετό και αφτός τους αποκαλούσε τα φτερά του.  Οι ιππείς αλλά  και οι Χάονες αμιπποι που τος υποστήριζαν έφεραν το έμβλημα του αετού που ήταν το σύμβολο του Δία, προστάτη άλλωστε της Μολοσσικής δυναστείας.

 

Οι Αμβρακιώτες

Η Αμβρακία, αποικία των Κορινθίων, ήταν κτισμένη στην ίδια θέση με τη σημερινή Άρτα. Οι Κορίνθιοι με αρχηγό τους τον Γόργο, γιο του Κυψέλου, του τυράννου της Κορίνθου, ίδρυσαν αποικία στις όχθες του Άραχθου ποταμού αφού έδιωξαν τους ντόπιους Δρύοπες και τείχισαν την πόλη. Το τοπωνύμιο Αμβρακία οφείλεται κατά τη μυθολογία στον Άμβρακα, γιο του Θεσπρωτού ή στην Αμβρακία, θυγατέρα του Μελανέα, βασιλιά των Δρυόπων ή του Αυγείου της Ήλιδας ή του Φόρβαντα, γιου του Ήλιου. Η Αμβρακία ως κορινθιακή αποικία γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση και ναυτική ισχύ όπως προκύπτει από τα αρχαία κείμενα και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Διέθετε ένα από τα καλύτερα πολεοδομικά συστήματα της αρχαιότητας. Ονομαστά ήταν επίσης τα γυναικεία αμβρακιώτικα υποδήματα γνωστά σε όλη την Ελλάδα με το όνομα Αμβρακίδες.Κατά τους Περσικούς πολέμους, Αμβρακία έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και στην μάχη των Πλαταιών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο συμμάχησε με τους Λακεδαιμονίους, αλλά οι 3.000 οπλίτες της ηττήθηκαν το 426 π.Χ. στη μάχη των Όλπων από τους  Ακαρνάνες, συμμάχους των Αθηναίων. Αργότερα, συμμάχησε με τους Αθηναίους για να προστατευτεί από τους Μακεδόνες του Φιλίππου. Ωστόσο το έτος 338 π.Χ. ο Φίλιππος ο Β΄ κατέλαβε την πόλη, λίγο πριν τη μάχη της Χαιρώνειας. Μετά το θάνατο του Φιλίππου Β΄ οι Αμβρακιώτες έδιωξαν τους Μακεδόνες, αλλά τους κατέλαβε και πάλι αργότερα ο γιος του Κασσάνδρου Αλέξανδρος. Το 295 π.Χ. η Αμβρακία παραχωρήθηκε από τους Μακεδόνες στον Πύρρο, ο οποίος την έκανε πρωτεύουσα του βασιλείου του κι από αυτή εξορμούσε για τις εκστρατείες του στη λοιπή Ελλάδα και την Ιταλία. Ο Πύρρος γέμισε την Αμβρακία με μνημειώδη κτίσματα, ναούς, αγάλματα και ζωγραφικούς πίνακες.Στην περιοχή πλέον ζούσαν ανάμικτα Αθαμάνες, Κασσωπαίοι, Μολοσσοί και άποικοι, στο τρίγωνο μεταξύ Λούρου, Αράχθου και Αμβρακικού κόλπου. Ο Πύρρος εκμεταλλεύτηκε την αστικοποίηση του για να φτιαξει μία τάξη σαρισσοφόρων. Για να δώσει πνεύμα μονάδας αντικατέστησε τα παλαιά εμβλήματα με τον ταύρο του Διός.

Οι Ακαρνάνες

Η ανθρώπινη παρουσία στην Ακαρνανία χρονολογείται  από τη νεολιθική εποχή. Οι Ακαρνάνες παίρνουν μέρος στο Τρωικό πόλεμο υπό τον Μέγη. Γύρω στο 650 π.Χ. οι Κορίνθιοι αποικίζουν την Ακαρνανία και τη Λευκάδα. Έτσι ιδρύονται οι πόλεις, Αστακός, Αλυζία, Σόλλιον, Πάλαιρος και Λευκάδα (Νήρικος). Συγχρόνως  την ίδια εποχή οι Ακαρνάνες αρχίζουν να αναπτύσσουν και τους δικούς τους οικισμούς. Η Ακαρνανία ήταν πλούσια σε πόρους αλλά και ευπρόσβλητη γι αυτό και οι οικισμοί είχαν διπλά τείχη. Οι Ακαρνάνες έχοντας αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τους οπλίτες των αποίκων  αναζητούσαν την συνδρομή συμμάχων οπλιτών αλλιώς η επιλογές του ήταν άμυνα με εκηβόλα όπλα από τα. οχυρά τους ή ενέδρες Η περιοχή όπως ήταν λοιπόν φυσικό παρήγαγε εξαιρετικό ελαφρύ πεζικό.Αν και οι ακοντιστές ή τοξότες δεν μπορούν να αποκλειστούν οι Ακαρνάνες ήταν κυρίως σφενδονήτες. Παρ΄ όλο που από το 314 π.Χ. η περιοχή ήταν υπό μακεδονική επιρροή οι κάτοικοι δεν φαίνεται να ανέπτυξαν σαρισσοφόρους. Οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι οι Ακαρνάνες που υπηρέτησαν τον Πύρρο ως φαλαγγίτες έφεραν μάλλον το αρχίγραμμά του στην ασπίδα τους  όπως  οι άλλοι μισθοφόροι. Δεν ήμαστε βέβαιοι αν οι Ακαρνάνες έφεραν στρογγυλή ή μηνοειδή (θρακικού τύπου) ασπίδα. Είναι πολλή πιθανή η ύπαρξη παράλληλα και των δύο τύπων. Το έμβλημά τους πιθανόν να ήταν μία  ανθρωπόμορφη ταυροκεφαλή που εμφανίζεται στα νομίσματά τους και παριστά τον θεοποιημένο ποταμό Αχελώο. Οι κύριες λατρείες ήταν του Διός, του Ηρακλέους, και του Αχελώου και οι Ακαρνάνες θεωρούσαν του εαυτούς τους τέκνα του ποτάμιου θεού Αχελώου. Οι Έλληνες παρίσταναν τους ποτάμιους θεούς ως ανθρωπόμορφους ταύρους ή σαν όντα κατά το ήμισυ ανθρώπινα και κατά το έτερο ήμισυ ιχθυόμορφα, που από το κρανίο τους φύτρωναν κέρατα. Τα κέρατα συμβόλιζαν την πεποίθηση των αρχαίων ότι οι ποταμοί ήταν όλοι απόγονοι του Ποσειδώνα Ταυρώου που μάλλον προέρχεται από την αρχέγονη ποτάμια θεότητα της εποχής του χαλκού.

Οι Αθαμάνες

Η ονομασία » Αθαμάνες» σχετίζεται ενδεχομένως ετυμολογικά με τις λέξεις «Αθάμας » και «Ιθώμη». Οι Αθαμάνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα όπως μαρτυρά ο Στράβων. Γενάρχης τους, σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, ήταν ο Βοιωτός βασιλιάς Αθάμας, ο οποίος κατέφυγε περιπλανώμενος στην Πίνδο και «φιλοξενήθηκε» από άγρια ζώα. Διώχθηκε από την πατρίδα του επειδή είχε σκοτώσει το γιο του Λέαρχο. Οι Αθαμάνες ήταν ορεισίβιοι κτηνοτρόφοι και φοβεροί πολεμιστές. Οι βαριοί χειμώνες, η αγριότητα του τόπου, η δύσκολη επικοινωνία και  η λιτή τροφή, δημιούργησαν άντρες εύρωστους, τραχείς, με τολμηρούς χαρακτήρες και δυνατή ψυχή. Διακρίθηκαν σαν ακοντιστές και Πύρρος τους χρησιμοποιούσε ως ανιχνευτές αλλά και ως εφεδρεία. Μάλλον αυτοί εξουδετέρωσαν τα «αντι-ελεφαντικά» οχήματα των Ρωμαίων στο ΑσκλοΗ Διώνη λατρεύονταν από τους Αθαμάνες και εκπροσωπούσε για αυτούς το υγρή φύση, τη γονιμοποιό δύναμη που ήταν τότε παντοδύναμη στα βουνά της Αθαμανίας. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα την παρουσιάζει σαν θεραπεύτρια μητρική θεά . Τα νομίσματα που σώζονται με την επιγραφή »Αθαμάνων» έχουν πάνω τους την θεά Αθηνά και την Διώνη. Το νερόφιδο ένα κοινό φίδι που ζει σε έλη και λίμνες και συχνά βγαίνει στην ξηρά μετά τη βροχή θεωρείται σύμβολο της Διώνης. Είναι τελείως ακίνδυνο για τον άνθρωπο. Όταν απειλείται σφυρίζει και βγάζει μια δύσοσμη ουσία. Οι Αθαμάνες το έφεραν στις ασπίδες τους επικαλούμενοι την προστασία της θεάς στη μάχη.

Οι Ταραντίνοι

Ο Τάρας ιδρύθηκε το 706 π.Χ. από Λάκωνες αποίκους με επικεφαλής τον Φάλανθο. Η πόλη έλαβε το όνομα της από τον ομώνυμο ήρωα και γιο του Ποσειδώνα. Ήκμασε και πλούτισε αλλά κατά την ελληνιστική εποχή οι κάτοικοι είχαν γίνει μαλθακοί. Έχοντας τον πιο ισχυρό στόλο οι Ταραντίνοι απαιτούσαν πρωτοκαθεδρία στην Απουλία. Γρήγορα ήρθαν σε σύγκρουση με τους Θουρίους που είχαν καλέσει Ρωμαϊκή βοήθεια σε πόλεμο εναντίον των αυτοχθόνων φυλών.

Ισχυριζόμενοι καταπάτηση συνθήκης βύθισαν τα Ρωμαϊκά πλοία και προσέβαλαν βάναυσα τον πρεσβευτή που ήρθε να διευθετήσει το θέμα. Φοβούμενοι το Ρωμαϊκό στρατό κάλεσαν τον Πύρρο να τους βοηθήσει.  Πίστευαν ότι οι Ηπειρώτες θα πολεμούσαν χωρίς τη δική τους εμπλοκή αλλά μόνο με τη συμβολή των Σαμνιτών μισθοφόρων τους. Δοκίμασαν όμως δυσάρεστη έκπληξη καθώς ο Πύρρος τους επιστράτευσε. Αποδείχτηκαν όμως αφερέγγυοι στη μάχη και πηγή κινδύνων.Τα κιονόκρανα των πολυτελών τάφων  του Τάραντα που σώζονται σήμερα στο μουσείο της Ν. Υόρκης φέρουν σχεδόν όλα μια δίσωμη σφίγγα. Αυτό δίνει ισχυρή ένδειξη ότι ήταν το έμβλημα των μαχητών της αριστοκρατικής τάξης και ειδικά των ιππέων. Τα νομίσματα του Τάραντα έφεραν στην μία πλευρά τον ομώνυμο ήρωα να ιππεύει ένα δελφίνι και από την άλλη τον Ιππόκαμπο πού έσερνε το άρμα του Ποσειδώνα. Σε μερικά όμως νομίσματα διακρίνεται ο Ιππόκαμπος στον ασπιδίσκο του ήρωα. Αυτό φανερώνει ότι ο Ιππόκαμπος ήταν το έμβλημα των μη αριστοκρατών μαχητών της πόλης και ιδιαίτερα των πεζοναυτών.

Οι μισθοφόροι

Υπαίθρια αγορά στα Γρεβενά, 1915-1922. Πηγή: www.lifo.gr

Το «ΠΥ» πανω σε δίσκους ανηρτημένους στους πυργίσκους που έφεραν στην πλάτη οι ελέφαντες θα ήταν και εδώ το βασικό έμβλημα. Μετά την  άδοξη επιστροφή του από την Ιταλία  νίκησε τον Αντίγονο καθώς διεκδικούσε το μακεδονικό θρόνο και πήρε με το μέρος του τους Γαλάτες μισθοφόρους του Αντιγόνου. Καθώς δεν είχε να τους πληρώσει τους επέτρεπε να αυθαιρετούν εις βάρος του πληθυσμού. Όταν οι Γαλάτες σύλησαν βασιλικούς τάφους και ιερά για να βρουν θησαυρούς οι Μακεδόνες επαναστάτησαν. Ο Πύρρος υπήρξε καλός στρατηγός αλλά  του έλειπε η πολιτική οξυδέρκεια του Μ. Αλεξάνδρου.  Φερόταν περισσότερο σαν κοντοτιέρος παρά σαν ηγεμόνας. Ήταν ανεκτικός στις καταχρήσεις που έκαναν οι άντρες τους ακόμα και στους συμμάχους του με αποτέλεσμα όλοι να τον θεωρούν τύραννο. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι ορδές των στρατολογημένων μισθοφόρων  που δεν μπορούσε να τιθασεύσει λόγω της οικονομικής του δυσπραγίας τον υποχρέωναν έμμεσα στην ακραιφνή επιθετική πολιτική που οδήγησε τελικά στο θάνατό του. Από τον 17ο αιώνα πολλοί έμποροι από τα Ιωάννινα, το Μέτσοβο, το Ζαγόρι και άλλες περιοχές, συνέβαλαν με ευεργεσίες στην πνευματική ανάκαμψη του τόπου, με την ανέγερση σχολείων και βιβλιοθηκών. Ορισμένοι από αυτούς ήταν ο Απόστολος Αρσάκης, οι αδελφοί Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, ο Σίμων Σίνας, οι αδελφοί Ζωσιμάδες, οι αδελφοί Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, ο Χρηστάκης Ζωγράφος και πολλοί άλλοι. Αξιομνημόνευτη είναι και η συμβολή πολλών Ηπειρωτών διδασκάλων της εποχής (Μπαλάνος Βασιλόπουλος, Νεόφυτος Δούκας, Αθανάσιος Ψαλίδας κ.α.). Η Ήπειρος υπήρξε από τις περιοχές που καλλιέργησαν έντονα τις ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Δεν είναι υπερβολική η έκφραση που αναφέρεται στα Γιάννενα (Ιωάννινα) εκείνη την εποχή, ότι είναι «πρώτα στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Τον 18ο αιώνα, με την σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέλαβε πασάς στα Ιωάννινα ο μουσουλμάνος-Αλβανός (Τουρκαλβανός) Αλή πασάς από το Τεπελένι (1788). Για ένα διάστημα ήλεγχε μια εκτεταμένη περιοχή (Δυτική Ελλάδα, Πελοπόννησος), όμως έμειναν ξακουστές οι πολύχρονες συγκρούσεις μεταξύ του στρατού του και των Σουλιωτών, τους οποίους εξουθένωσε και τους ανάγκασε να αποχωριστούν τις πατρογονικές εστίες ύστερα από δολοπλοκίες (1803). Ο Αλή πασάς υπήρξε έξυπνος διπλωμάτης, αλλά με τις ραδιουργίες του για να αποκτήσει όλο και πιο πολλή επιρροή, προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Δύο από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής εταιρείας που προετοίμασαν το έδαφος για την Επανάσταση ήταν από την Ήπειρο, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (από Άρτα και Ιωάννινα αντίστοιχα). Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 πολλές πόλεις και χωρία της περιοχής ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και οι Ηπειρώτες συμμετείχαν ενεργά στις συγκρούσεις, εντός και εκτός Ηπείρου. Με το πέρας της Επανάστασης (1830), η Ήπειρος δεν περιήλθε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Όμως ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η συμβολή των Ηπειρωτών ευεργετών στην ενίσχυση του κράτους, όπως του Γεωργίου Σταύρου, ιδρυτή και πρώτου διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Γεώργιος Αβέρωφ, ιδρυτή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου. Ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας (ως συνταγματικής μοναρχίας) υπήρξε ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, από το Συρράκο. Η Συνθήκη του Βερολίνου το 1881 έδωσε στην Ελλάδα την περιοχή της Άρτας και με τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 προσαρτήθηκε και η υπόλοιπη Ήπειρος. Όμως τελικά οι περιοχές Κορυτσάς και Αργυροκάστρου, δηλαδή η Βόρεια Ήπειρος, επιδικάστηκε στην νεοϊδρυθείσα τότε Αλβανία μετά από ιδιαίτερη πίεση των Ιταλών διπλωματών. Με την αναγκαστική αποχώρηση του ελληνικού στρατού το 1914 από την Βόρεια Ήπειρο, οι Βορειοηπειρώτες συγκρότησαν δική τους αυτόνομη κυβέρνηση και στρατό, που αντιμετώπισε με επιτυχία τις επιθέσεις της αλβανικής χωροφυλακής και Αλβανών ατάκτων, μέχρι να υποχρεωθεί η Αλβανική κυβέρνηση να υπογράψει το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, με το οποίο αναγνώρισε την αυτονομία της περιοχής και τα πολιτικά, θρησκευτικά δικαιώματα των κατοίκων της. Όταν ξέσπασε ο Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ελληνικός στρατός εισήλθε ξανά στην βόρειο Ήπειρο, όμως λόγω του Εθνικού Διχασμού την κατέλαβαν το 1916 οι Ιταλοί. Παρόλο που η Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1919, επιδίκασε την περιοχή στην Ελλάδα, διπλωματικές μηχανορραφίες, κυρίως της Ιταλίας, καθώς και ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1919-1922, συντέλεσαν να προσαρτηθεί η Β. Ήπειρος στην Αλβανία το 1924.Η Ιταλία του Μουσολίνι κατέλαβε την Αλβανία το 1939 και στις 28 Οκτωβρίου 1940 κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Μετά όμως την νικηφόρο προέλαση του ελληνικού στρατού, η Β. Ήπειρος απελευθερώθηκε για 3η φορά. Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος είχε μεγάλη σημασία και σε παγκόσμια κλίμακα καθώς ήταν η πρώτη νίκη επί του Άξονα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την επίθεση όμως της Γερμανίας τον Απρίλιο του 1941 μέσω Γιουγκοσλαβίας, ακολούθησε συνθηκολόγηση της Ελλάδας. Η Ήπειρος στην περίοδο της κατοχής ανήκε στην ιταλική ζώνη κατοχής και αργότερα με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας στους Συμμάχους (1943), ανήκε στην γερμανική ζώνη. Στα βουνά της Ηπείρου έγιναν σκληρές μάχες στον εμφύλιο πόλεμο, μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η αποχώρηση των Γερμανών από την περιοχή. Η Ήπειρος μεταπολεμικά υπήρξε από τις πιο παραμελημένες, οικονομικά, περιοχές της χώρας, με πολλούς Ηπειρώτες να φεύγουν για το εξωτερικό για μια καλύτερη τύχη. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες μεγάλη έξαρση έχει σημειώσει ο τουρισμός της περιοχής, ιδιαίτερα το καλοκαίρι στις παραθαλάσσιες περιοχές, αλλά ακόμη και τον χειμώνα στις ορεινές (ιδιαίτερα στο Ζαγόρι και το Μέτσοβο).

Σχετικές δημοσιεύσεις